Φάκελος κειμένων



[Χρύσα Προκοπάκη, Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος, Αθήνα, Κέδρος, 1981, 67 και 81-85]


Από την Τέταρτη διάσταση κρατάει η Γκραγκάντα ορισμένα λόγια στοιχεία, αφηρημένες λέξεις, την κίνηση προς μιαν ανεξαρτητοποίηση, προς ένα ξεπέρασμα του κοινωνικού καθορισμού και κάτι σαν υπέρβαση της βιολογικής μοίρας. Κρατάει ακόμα αυτή την ποιητική αίσθηση που δίνει νόημα στα πράγματα και τον κόσμο οργανώνοντας μια «συμπαντική» μυθολογία, όπου ο άνθρωπος «συνδιαλέγεται με τα ζώα, τα αντικείμενα, τη φύση. Η ανταπόκριση αυτή δίνει το αίσθημα μιας ανεξάντλητης διάρκειας και ζωής, μιας κατακτημένης ελευθερίας.
Θα βρούμε αρκετά μοτίβα κοινά με την Τετάρτη διάσταση. Όμως η Γκραγκάντα έρχεται σαν απάντηση, σαν αντίβαρο σ’ εκείνα τα ποιήματα. Αλαφρωμένος από το «σχολιασμό» – επίθετα, παρενθέσεις, ερωτήσεις – ο στίχος γίνεται πιο ευκίνητος, το μήκος του ποικίλλει, ο ρυθμός είναι πιο κοφτός και γοργός. Οι συνεχείς μετατοπίσεις δίνουν συχνά την εντύπωση ότι το ποίημα, σαν δομή, είναι καμωμένο από ολόκληρα μικρά ποιήματα, ιδιαίτερα της τελευταίας περιόδου, που συνδέονται με την παρουσία και την «παρώδηση» του εφιάλτη, και την παραμόρφωση του πραγματικού. Ποιήματα με πυκνό φύλλωμα μπολιασμένα σ’ έναν κορμό που τον κρύβουν. Έτσι οργανώνονται μικροί θεματογραφικοί πυρήνες που διασπώνται ξαφνικά, φτιάχνοντας μιαν ασυνέχεια. Οι εναλλασσόμενες εικόνες, οι ξαφνικές αποστροφές αποδεσμεύουν ένα πάθος – που ήταν άλλοτε τις πιο πολλές φορές υπόκωφο, «προστατευμένο» μες στον μακρύ στίχο και τον πλάγιο λόγο, την αφηγηματικότητα της Τέταρτης διάστασης – μας μπάζουν στη διαδικασία ενός γίγνεσθαι, σ’ ένα παρόν εν τω γίγνεσθαι. Είναι αυτό το γίγνεσθαι που έρχεται το ποίημα να καταγράψει και να επικυρώσει.
[…]
Το πιο ουσιώδες πάντως μοτίβο είναι η ανάβαση και το πέταγμα. Δεν υπάρχει μορφή ανάβασης, από το σήκωμα ψηλά στα χέρια (που όπως φαίνεται αντιστοιχεί κι αυτό σε κάποια τελετουργία) ως τις ανάβαση σε σκάλες, κι ως την ανάληψη νεκρών και ζωντανών, ακόμα και ζώων, που να είναι άγνωστη στον Ρίτσο. Προπάντων όμως θα βρούμε άπειρες παραστάσεις με φτερά. […] Στην Γκραγκάντα έχουμε και τα τρία είδη ανάβασης ή μάλλον τέσσερα: κάποια στιγμή τα ίδια τα πουλιά θα ανυψώσουν τον ήρωα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στη διάρκεια του ποιήματος οι αναφορές στον αγώνα και την αποτελεσματικότητά του θυμίζουν παλιότερους προβληματισμούς. Εδώ κυριαρχεί η ιδέα ενός πισωγυρίσματος των πραγμάτων, όπου η ήττα, η πτώση περιμένει κάθε ανέβασμα […] Όλες αυτές οι αναστολές που αναφέρονται στο πολιτικό πρόβλημα, εκφράζονται συνήθως με το βούλιαγμα, το πέσιμο, ενώ η ιδέα της ανόδου μοιάζει ματαιοπονία. Πρόκειται προς το παρόν για μιαν άνοδο που έχει μεν μεταφορική σημασία, ωστόσο ο ποιητικός συμβολισμός βρίσκεται στον κοινό λόγο. […]
 Το τέταρτο μέρος ανοίγει με μια πικρή αυτοκριτική:
                         Πως έγιναν – είπε – με τον καιρό για σένα οι άνθρωποι –
                         ύποπτοι, μακρινοί ψηφοφόροι σ’ ένα αόριστο μέλλον,
                         αυτό μονάχα˙ κι ούτε αυτό˙ ούτε ψηφοφόροι˙
Από κει αρχίζει η αντίδραση στην πτώση, η επίκληση στο όνειρο, στην ελευθερία, για ν’ ακολουθήσει η σκηνή του πετάγματος με τα φτερά των διαφορετικών πουλιών. Η πράξη θα περάσει από διάφορες φάσεις. Μια ναρκισιστική δύναμη με τα φτερά («γυμνός μπροστά στον καθρέφτη»), η αποκριάτικη μεταμφίεση με τα φτερά, η σκηνική εμφάνιση, όπου ανακαλείται η Τραγωδία «έπαιξα τον αγγελιοφόρο, τον άγγελο» και ίσως το μεσαιωνικό Μυστήριο («τον άγγελο, τον αρχάγγελο»), η επίδειξη του πετάγματος, που μοιάζει ταχυδακτυλουργικό εφφέ: «ολόκληρη την πτήση τη μιμήθηκα πλάι σ’ ένα χάρτινο φεγγάρι με χειροκρότησαν αρκετά – δεν τ’ αρνιέμαι – παράπονο δεν έχω –».
Αυτή τη τέλεια μίμηση μας φέρνει πάλι κοντά στην ποιητική πράξη και τη δεξιοτεχνία του τεχνίτη. Όμως η εμφάνιση της βαμμένης γυναίκας δραματοποιεί την κατάσταση:
   αυτή είχε δει πως τα φτερά μου δεν είναι ψεύτικα –
   απ’ την πολλή απελπισία είχε αγγίξει την αδιαφορία εκείνη
   που θα μπορούσε να μου το πει κατάμουτρα˙ κ’ ήξερε
   πως το σκοινί που με σήκωνε απ’ τη μέση είταν το ίδιο το σκοινί του κρεμασμένου˙
«Το σκοινί του κρεμασμένου», στο οποίο στηριζόταν η επιτυχία της επίδειξης, εισάγει το θέμα της τύψης. Πρόκειται για την εκμετάλλευση του ξένου αίματος στην ποιητική πράξη.
Η βαμμένη γυναίκα είναι κι αυτή μια δισυπόστατη παρουσία. Μια βασανισμένη ύπαρξη, που έμαθε να βλέπει. Μα πιο πολύ ένα στοιχείο της νύχτας, κάτι σαν πόρνη, σα Μαγδαληνή και σα μάνα. Η συνάντηση των δύο με τις βγαλμένες μασέλες τους και το τρανταχτό γέλιο τους, κάτω απ’ το φεγγάρι θα μπορούσε να είναι μια εφιαλτική σκηνή, ενώ δίνει μια σπάνια αίσθηση απελευθέρωσης. Ο απροσποίητος έρωτας μέσα στην απογύμνωση, σαν άφισμα και σαν άφεση, θα είναι η στιγμιαία ένωση πιο μέσα απ’ το χρόνο, πιο κάτω απ’ το θάνατο. Η αλήθεια του άλλου αποκαλύπτεται:
                                                                            (…) Μια στιγμή πισωγύρισε,
           μου ανέβασε στους ώμους το σεντόνι. «Εγώ το ξέρω μουρμούρισε στ’ αυτί                    
                      μου –
           τα φτερά σου είναι αληθινά μη μου το κρύβεις εμένα˙  
Έτσι το πέταγμα-μίμηση μετατρέπεται σε καλλιτεχνική και ανθρώπινη αλήθεια. Το σκοινί του κρεμασμένου υποστηρίζει, εμπνέει, βοηθάει να υψωθούμε. Το πέταγμα είναι αυθεντικό, γιατί ακριβώς οργανώνεται μέσα από θυσίες μέσα από έναν αγώνα.
Βλέπουμε εδώ πως ο ποιητής έχει συνείδηση πως λειτουργεί για λογαριασμό μιας ομάδας (όπως άλλωστε και ο μύστης). Αυτή η κοινωνικοποίηση και η ως ένα βαθμό, εκλογίκευση μιας υπερβατικής κατάστασης είναι ο βαθύτερος πυρήνας του ποιήματος. Όταν το κοινωνικό όραμα έχει θαμπώσει, ένα προσωπικό όραμα ζητά την προσωπική του θεμελίωση. Κάτι που θα κορυφωθεί με την αλλαγή της καμένης λάμπας και την τελική πορεία, τη γέννηση της καινούριας λέξης.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ