Φάκελος κειμένων



[Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Για λίγο καλοκαίρι (Η Χρυσόθεμις του Γιάννη Ρίτσου κι ένα γράμμα για μας)», Αντίσταση-Δημοκρατία. Μελέτες-άρθρα, Αθήνα, Κέδρος, 1975, 99-100 και 105-106 και στο Γιάννης Ρίτσος: Μελέτες για το έργο του, Αθήνα 1975, 115-142.]


Η «αφάνεια είναι το προσωπείο του βάθους», λέγεται σ’ ένα σημείο του ποιήματος – μία από τις φράσεις εκείνες που, αν δεν τις πάρει κανείς όπως πρέπει, μένουν ακατανόητες και κινδυνεύει μαζί τους όλο το έργο. Η αφάνεια είναι το προσωπείο του βάθους, η όψη του. Είναι το ύφος του και ακόμα το ήθος του. Η λέξη Βάθος, η έννοια αυτή, είναι πολυσύχναστη στο ποίημα κι ο μυθολογικός διάκοσμος αυτό θέλει να υποβάλλει – πολύ λιτός άλλωστε – το ιστορικό πρώτα βάθος. [...]
Είναι μια γυναίκα με χρυσά χείλη. Σ’ άλλους καιρούς θα δίναν στο μονόλογό της μιαν άλλη ονομασία – ας πούμε Λειμωνάριο ή Κυψέλη, τα παλιά βιβλία που ανεκτίμητα βοήθησαν τους λαούς να μεγαλώνουν πνευματικά να εξανθρωπίζονται, να εκπαιδεύονται (και με την έννοια, σ’ ένα βαθμό, να μη χάνεται κι από μέσα τους το Παιδί). Με αυτά δεν οξύνω απλώς τη σκέψη μου, πιστεύω πως η Χρυσόθεμις είναι, μπορεί να είναι, κι ένα τέτοιο βιβλίο, ένα Λειμωνάριο της δικής μας πείρας (τι αξίζει λ.χ. η αρχή του: «Ξέρετε, στο πέρασμα του χρόνου, τα πάντα, όσο πικρά ή και τρομερά, μας φαίνονται σαν απαραίτητα, σαν χρήσιμα και όμορφα μάλιστα») κι ένας εγγράμματος καλόγερος με επιτυχία θα μπορούσε ν’ αφοσιωθεί σ’ ένα υπομονετικό κορφολόγημα. Εν πάση περιπτώσει για μια ορισμένη κατηγορία της σύγχρονης σκέψης αυτό δε θα ήταν περιττό. Μέσα από τον κόσμο τούτον τον δικό μας βγαίνει η Χρυσόθεμη κι έχει για όλα μια αγάπη και κατανόηση. Σ’ όλα στρέφεται με μια συγγνώμη στα χείλη («όλη μια επιείκεια και μια πλατιά συγγνώμη» είναι ένας παλιός στίχος του Ρίτσου), ικανοποιημένη απ’ όσα είδε κι έζησε, δεν κουράζεται να το λέει, απ’ όσα πέφταν μες στη δική της όραση, διόλου σημαντικά για τον κόσμο των μεγάλων, εκεί στη σκάλα την ψηλή που έχουν στήσει αυτοί «με σκουργιασμένους γάντζους ως επάνω ψηλά μες στη νύχτα». Εκείνη την τραβούν τ’ απλά και τ’ αφανή (κάτι τέτοια ασήμαντα πράγματα «φτιάχνουν καμιά φορά το πρόσωπό μας και τον κόσμο»):
 
...ένα άστρο διαλυμένο στο νερό σα μια σταγόνα λεμόνι
μέσα στο τσάι – ξάνθαινε κάπως το σκοτάδι
 
–κι η σελήνη με την οποία συνομιλεί, η «εύπιστη δροσιά του κήπου», η νυχτερίδα που έφυγε μαζί με το ποτάμι, μια πετσέτα που γίνεται δεύτερο φτερό στο άλλο χέρι της μητέρας, τα παλιά πράγματα μέσα στο σπίτι, τα πουλιά που επίσης «δεν εννοούν να μεγαλώσουν, φυλάγονται, φοβούνται, αλλάζουν χρώματα, κρύβονται μες στα φύλλα».
 
                                                                  Το τραγούδι τους όμως
α, δεν αντέχουν να το κρύψουν ως το τέλος˙ και τότε
όλα τα βέλη κι οι σφεντόνες στρέφονται προς τις φωνές τους, –
                            προδίδονται μόνα τους
 
Τα αμετανόητα πουλιά κι οι αμετανόητοι τζίτζικες. Η ακόλουθη εκπληχτική εικόνα πρέπει να υπογραμμιστεί σ’ αυτό το ποίημα:
 
                                                Άλλοτε κάθομαι κι ακούω τα τζιτζίκια,
Αυτούς τους νάνους τρελούς τυμπανιστές, γύρω στις πολεμίστρες,
Μέσα σ’ εκείνα τα εκτυφλωτικά μεσημέρια – οι φωνές τους
Δεν αφήνουν καθόλου κενά˙ χτίζουν τα ρήγματα στα τείχη
 
Με το νου σ’ αυτά τα ρήγματα είναι το καλύτερο να διαβαστεί η Χρυσόθεμη και με τη σκέψη στο σκοτάδι που ενεδρεύει. «Πάντοτε ήμουν φως» λέει η ίδια και μέσα στον κόσμο των μεγάλων είναι αλήθεια το φως που του λείπει, η άλλη όραση κι η άλλη πείρα.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ