Φάκελος κειμένων



[Νόρα Αναγνωστάκη, «Ποιητικά 1973» στο Χρονικό ’73, Σεπτέμβρης ’72-Αύγουστος ’73, εκδ. Καλλιτεχνικό και Πνευματικό κέντρο «Ώρα»˙ αναδημ. στο Γιάννης Ρίτσος. Μελέτες για το έργο του, Αθήνα, Διογένης, 1975, 145-147]


Ένα άλλο ποιητικό γεγονός που με συντάραξε με εντελώς αντίστροφο τρόπο είναι η περίπτωση του Γιάννη Ρίτσου με το μικρότερο σε σχήμα αλλά μεγαλύτερο σε αυτοβιογραφικό και ποιητικό βάρος βιβλίο του, τις «Χειρονομίες». Ντοκουμέντο και κλειδί της ποιητικής του και της ζωής του, πολύτιμο. Χρόνια ροκανίζουν αρκετές γενιές την ποίηση του Ρίτσου και τρέφονται όσο δεν το φαντάζονται καλά. Το ότι κοντεύουν όμως να φάνε και τον ποιητή, κανένας άλλος εκτός από το Ρίτσο δεν το έχει υποπτευθεί.
 Η λαϊκή χειρονομία του Ρίτσου είχε το μάκρος των χρόνων του βίου του και το άπλωμα της προσφοράς του τεράστιου έργου του στην κοινή χρήση.
 Ο Ρίτσος έσκαψε μόνος του και εξάντλησε ένα αδαμαντωρυχείο: την ελληνική μνήμη, μ’ ένα μικρό και αθόρυβο, βασικό εργαλείο: την οικειότητα. Εγχείρημα ασύλληπτης εργατικότητας και καταχθόνιου βάθους σύλληψης που κι ο ίδιος σιγά-σιγά το ανακάλυπτε και το αξιοποιούσε. Έχοντας σαν φυσικό χάρισμα (και ελάττωμα) την εκφραστική ευγλωττία, απλώνει άλλοτε με απλές κινήσεις κι άλλοτε με εξαιρετική δεξιοτεχνία ατέλειωτα δίχτυα μιας ποίησης κατοικημένης από τα πράγματα αυτού του τόπου, απ’ όλον αυτόν τον ανεξάντλητο υλικό κόσμο που είναι το περιβάλλον μας, ο ελληνικός χώρος που ζούμε αποξεχασμένοι, χωρίς να τον πολυπροσέχουμε, ξυπνώντας μας την αίσθηση οικειότητας των καταδικών μας καθημερινών πραγμάτων, της δικής μας γης, φύσης, πόλης, συνοικίας, γειτονιάς, δρόμου, σπιτιού, δωμάτιου – αυτήν τη μοναδική, απίστευτη αίσθηση, ότι ναι, έτσι υπάρχουμε, που είναι τελικά μια μυρωδιά του τόπου στερεώτερη από τα πράγματα και φέρνει, όπως κάθε μυρωδιά, πλήθος μνήμες απολησμονημένες, καθημερινής ζωής και Ιστορίας, που μας αιχμαλωτίζουν – κι αν το καλοσκεφτείς αυτό είναι όλο κι όλο ό,τι ζήσαμε και είμαστε: ό,τι θυμόμαστε.
 Ο Ρίτσος έκανε με την ποίησή του ό,τι έκανε ο Προυστ για την πεζογραφία. Με την αναπλαστική μνήμη μας δημιουργεί συνείδηση υπάρξεως, μέσα στον ελληνικό χώρο. Γι’ αυτό είναι τόσο μεγάλος ποιητής ο Ρίτσος, και γι’ αυτό ακριβώς, εθνικός ποιητής και όχι «στρατευμένος». Έκανε όλη αυτή την τεράστια δουλειά σαν εργάτης της ιδιοφυΐας του και τώρα μας λέει ότι σπαταλήθηκε φανερώνοντάς μας ένα μικρό κουτί με πολύτιμους λίθους κατεργασμένους με μεγάλη τέχνη. «Δέστε –μας λέει– αν δεν έκανα τον εργάτη, τι τεχνίτης θα ήμουνα!». Μας ζητάει να προσέξουμε, εκείνο που στερήθηκε σαν ποιητής που καταναλώθηκε στα κοινά: την πολυτέλεια του εγώ του· την αυθεντικότητα της μοναχικής χειρονομίας που είναι τελικά η ποίηση και που τη δικαιούται επιτέλους σήμερα, όταν οι άλλοι ανακαλύπτουν σαν χρέος αυτό που εκείνος έκανε ολόκληρη ζωή.
Δεν είναι κάτι το απίστευτο, να επιχειρεί ο Ρίτσος για πρώτη φορά στη ζωή του μια τόσο άνετη χειρονομία επιστροφής, στην πολύτιμη ποίηση, μια τέτοια στιγμή που ο χώρος βράζει από ανάγκη στράτευσης όλων του των δυνάμεων; Αυτό τί άλλο σημαίνει από το ότι οι ανάγκες μετατοπίστηκαν και μοιράστηκαν σε τόσους άλλους ώμους, τόσο γερά, ώσπου να μπορεί ο ίδιος πια να ησυχάσει; […] Οι «χειρονομίες» του Ρίτσου μου έδωσαν ένα αίσθημα ασφάλειας ότι η ποίηση πράγματι στηρίζεται σε μια πλατιά ποιητική βάση, κι αυτό για μένα είναι ένα σπουδαίο γεγονός για επιβεβαίωση που μας τη δίνει ένας ποιητής σαν τον Ρίτσο.
 Ο ποιητής υπάρχει και εκτός των κοινωνικών συνθηκών, αν μπορέσει κι ανθέξει την πίεσή τους, χωρίς να παρεκκλίνει απ’ το δρόμο που τον οδηγεί η επίμονη ιδιοσυγκρασία του. Μεγάλη τιμή ανήκει στον ποιητή που δεν υποκύπτει στους κοινωνικούς μαγνήτες, από γνησιότητα της φυσικής του κλίσης, και δεν καταδέχεται να τη νοθεύει ακόμα και επί ποινή προσωρινής αποβολής του από το αλλόφρον στράτευμα συνάδελφων και κοινού.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ