Φάκελος κειμένων



[Χρύσα Λαμπρινού (=Προκοπάκη), «Για την τριλογία του Ρίτσου», Επιθεώρηση Τέχνης, 110 (Φεβρουάριος 1964) 164-165]


Από την αρχή λοιπόν η αίσθηση του σπιτιού σαν κλειστού ζοφερού χώρου, λεηλατημένου απ’ το χρόνο, που παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις για τα πλάσματα που εμπεριέχει και που υπόκεινται κι αυτά στην ίδια μοίρα. Η μόνιμη αίσθηση της φθοράς συνθλίβει τα πάντα και κάνει επιτακτική την ανάγκη μιας απόσπασης απ’ αυτό το χώρο, αν και η ίδια αυτή ατμόσφαιρα ασκεί πάντα μια ψυχρή γοητεία. Βλέπουμε, όμως, πώς η αίσθηση του σπιτιού, ενώ παραμένει η ίδια, βαθαίνει προοδευτικά και γίνεται σύμβολο στην αρχή, νόημα και σχέση πνευματική αργότερα και σχέση ακόμα σαρκική, σαν οι άνθρωποι να ’ναι δεμένοι με το χώρο μ’ έναν ομφάλιο λώρο. Μια σχέση που λειτουργεί όπως περίπου αυτό το αλυσιδωτό σχήμα που μας δίνει η Γυναίκα με τα Μαύρα της Σονάτας του σεληνόφωτος: από τον τοίχο στο μπουφέ και το τραπέζι, απ’ το τραπέζι στις καρέκλες και το παλιό δοκάρι ως τ’ ανθρώπινα μέλη, που αποτελούν κι αυτά εξάρτημα του χώρου ή, αντίθετα, μεταδίδουν στα άψυχα πράγματα δρώσες ανθρώπινες ιδιότητες. Το σπίτι, ο κατοικημένος χώρος, με το ιδιαίτερο ύφος που του επιβάλλουμε και μας υποβάλλει και επιβάλλει με τη σειρά του, δεμένο με τα βιώματα και τις παραστάσεις μας, τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, την απουσία, το θάνατο και τους καθημερινούς θανάτους, είναι το φόντο που πάνω του προβάλλονται τα δικά μας χαρακτηριστικά, τα παραμόνιμα και τα εν εξελίξει στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Πλουτισμένο απ’ τις δικές μας εμπειρίες, ερειπωμένο απ’ τους δικούς μας θανάτους, γερασμένο απ’ τα χρόνια μας, το σπίτι μάς επιστρέφει αλλιώς αυτό που εμείς του δώσαμε. Ο Νέος είναι παρείσακτος στο σπίτι της «Σονάτας». Είναι θαρρείς τοποθετημένος εκεί για ν’ αναδείξει το ετοιμόρροπο του σπιτιού. Παρείσακτη νιώθει κι η Γυναίκα, όταν η ανάγκη της για ζωή έχει γίνει τόσο επιτακτική που δε μπορεί παρά να εκφραστεί. Η αντίσταση όμως στην πτώση, όσο και η αδυναμία της για αντίσταση είναι δύο αντίφορες δυνάμεις σ’ ένα χώρο τραγικό, που δεν είναι πια χώρος αλλά κλοιός, ένα είδος Μοίρας. Γι’ αυτό μας ξενίζει η αποφασιστικής της έξοδος στην «πολιτεία του μεροκάματου», ή τουλάχιστον η απόφαση για έξοδο, στοιχείο που δε θα πρέπει να δούμε σα λύτρωση μα σαν προσπάθεια αντιπερισπασμού ή διάβημα απόγνωσης μιας άγρυπνης συνείδησης, που αναγνωρίζει μεν αλλά δεν μπορεί και να συμπορεύεται, και που η μόνη διέξοδος στην οποία μπορεί να οδηγηθεί είναι η τελεσίδικη αναγνώριση του προσωπικού της αδιέξοδου, του δικού της αναπόφευκτου τέλους. Η έξοδος στην πολιτεία άλλωστε, δεν υπαγορεύεται από μια ανάγκη συμμετοχής. Παρουσιάζεται εδώ σαν διάθεση της Γυναίκας να εξαφανιστεί σαν μονάδα μέσα στο απρόσωπο σύνολο, να αποξενωθεί από την ίδια της τη σκέψη και το συναίσθημα και προπάντων να λυτρωθεί απ’ την τυραννική αυτοπαρακολούθηση. («Να μην ακούω πια τα βήματά σου, μήτε τα βήματα του θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα»). Κι αυτό ήδη είναι μια κάθαρση, όπως κάθαρση είναι ο θάνατος της «αιώνιας παρθένου» του Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού. Αυτή η μοίρα, σαν ο δαίμονας του σπιτιού ή καλύτερα με τη μορφή της αρχαίας Ειμαρμένης, αναγνωρίζεται καθαρότερα στο Νεκρό σπίτι και στο Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού, όπου ο χώρος δεσπόζει πάνω στα πεπρωμένα, σα να ’ναι η φασματική επιβίωση της αρχαίας κατάρας των Ατρειδών. Αλλά και στη Σονάτα του σεληνόφωτος, οι δυνάμεις που ενεργούν μέσα στο σπίτι έχουν σχεδόν υπερφυσικές ιδιότητες. Τα καθημερινά αντικείμενα ασκούν αβίαστα μιαν εκπληκτική υποβολή.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ