Φάκελος κειμένων



[William V. Spanos, «Το ύφος ως ιστορική μνήμη στη Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου», μτφ. Ρούλα Κακλαμανάκη, στο Γιάννης Ρίτσος. Μελέτες για το έργο του, Αθήνα, Διογένης, 1975, σσ. 83-84, 89-90, 94, 101-102]


Η Ρωμιοσύνη είναι ένα μάλλον πολύστιχο ποίημα, η υπόθεση του οποίου είναι στην ουσία επική, ως προς τη φύση και το στόχο. Αλλά, σε σημαντικό βαθμό, δεν «αναπτύσσεται» γραμμικά, σύμφωνα με μια αφηγηματική ή μια ιδεογραφική σύνταξη. Η χρονική του μορφή, δηλαδή, δεν είναι ούτε αδιάπτωτη, κινούμενη οριζόντια από μιαν αρχή, που περνάει από ένα ενδιάμεσο στάδιο, προς ένα τέλος, ούτε διαλεκτική, κινούμενη από μια θέση σε μιαν αντίθεση, και από κει σε μια σύνθεση. Μάλλον το ποίημα συγκεντρώνεται τόσο έντονα σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, που ξανοίγεται κατακόρυφα στις απώτερες προσεγγίσεις του ελληνικού παρελθόντος. Για να είμαστε πιο ακριβείς, η «δημοτική φαντασία» του Ρίτσου, και η δυναμική γλώσσα που την εκφράζει, ανακαλύπτει ή υποδηλώνει την αποκάλυψη εκείνου που υπάρχει κιόλας, αποκαλύπτει έναν μνημονικό χρόνο μέσα στον οποίο, όλες οι «εποχές» της Ελληνικής Ιστορίας είναι συνεχώς παρούσες, έναν χρόνο όπου τα κομμάτια του καιρού, τα θραύσματα της Ελληνικής Ιστορίας –η εικόνα των Κλεφτών της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης, των Ακριτών φρουρών των βυζαντινών θεμάτων, των Ομηρικών πολεμιστών– αναδύονται μέσα από μιαν υποσυνείδητη φυλετική μήτρα, επιτυγχάνοντας την ταύτιση και τη συνέχεια με τη σύγχρονη εικόνα –των ανταρτών της αντίστασης. Η δημοτική φαντασία του Ρίτσου με άλλα λόγια, μεταμορφώνει μια σειρά από νεκρά παρελθόντα σε μια ζωντανή παρουσία, που φυσικά θα πρέπει να την αντιληφθεί κανείς συγχρονικά. [...] Ακόμη παραπέρα, υπάρχει, νομίζω, μια ουσιαστική σχέση ανάμεσα στις μορφές του ποιήματος και το ρυθμό του. Δηλαδή ο Ρίτσος ανακαλύπτει την ιστορική συνέχεια, όχι μόνο στις πρόσκαιρα διάσπαρτες εικόνες, αλλά στους πρόσκαιρα διάσπαρτους ρυθμούς της ρωμαίικης γλώσσας του. Και ακριβώς, όπως η σύγχρονη εικονοπλασία γίνεται κάτι σαν μυθική τάξη, έτσι και οι συγχρονικοί ρυθμοί γίνονται κάτι σαν τελετουργική ή λειτουργική φωνή. [...]
Είναι με άλλα λόγια η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου –η μεγάλη του περηφάνια και αγάπη για τους σύγχρονούς του που υπόφεραν μαζί του, για τη γη τους, και την ιστορία τους– που σαν τη Ρωμιοσύνη των ανθρώπων τους οποίους εξυμνεί, ανακαλύπτει στη μήτρα της φαντασίας του, δηλ. στη φυλετική του μνήμη, μιαν υπερπραγματική ενότητα ανάμεσα σε πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, αρμονία μέσα στον ανταγωνισμό, μιαν ολότητα μέσα στο κομμάτιασμα και εξελικτικά, μεταμορφώνει τα κλειστά σύνορα ενός ταπεινού, ξεπερασμένου και καταπιεστικού χώρου σε μιαν ηρωική ελληνική πατρίδα που η ίδια είναι ένας μικρόκοσμος μιας ηρωικής οικουμένης. [...]
Όπως είναι ριζωμένο στο χώμα της ύπαρξης, το ποίημα δεν εξυμνεί μιαν υπόθεση αλλά ανθρώπους, ξεπερνά έτσι την πολιτική ιδεολογία για να γίνει κάτι που απευθύνεται στον άνθρωπο όχι σαν μια λειτουργική μονάδα ενός συστήματος, αλλά όπως ο J. P. Sartre λέει, στον «άνθρωπο μέσα στον κόσμο». Να γιατί ακόμη όπως ο Αμερικανός ποιητής D. Ignatov είπε: «Η Ρωμιοσύνη πρέπει βέβαια να θεωρηθεί ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά ποιήματα του αιώνα».



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ