Φάκελος κειμένων



[Σπύρος Αλ. Γκίνης, Για τον Γιάννη Ρίτσο, Εκδ. Ιστορική Έρευνα, Αθήνα 1974, 37 και 40-41]


[Ο ποιητής] αρχίζει μ’ ένα παλλόμενο πάθος το τραγούδι, και χωρίς να ξεπερνάει τα όρια του λυρισμού, ανεβάζει την τεχνική τελειότητα σε σημείο που να πλησιάζει το αέρινο. Ο μεγάλος του πνευματικός πόθος και η ικανότητά του να τον πραγματοποιήσει αυτόν τον πόθο, τον κάνει δημιουργό και οραματιστή, που προβάλλει συνειδητά μέσα από το έργο του μια ιδανική μορφή που θα εξακολουθήσει να ζει στους άλλους ανθρώπους. «Γιε μου στις φλέβες ολουνών έμπα βαθιά και ζήσε». [...]
Και τα είκοσι ποιήματα στον Επιτάφιο, είναι γραμμένα σε δίστιχα και οι στίχοι στα περισσότερα δίστιχα είναι ομοιόμορφοι και έχουν αντιστοιχία συλλαβών και τον ίδιο ρυθμό και το ίδιο μέτρο. Αλλά το καθένα έχει ποικίλη ομοηχία τόσο στην εσωτερική μουσική όσο και στις εξωτερικές ομοιοκαταληξίες. Και είναι χαρακτηριστική στο πέμπτο τραγούδι η πολλαπλή χρήση του λ και του ρ. Το ρ είναι ένα από τα πιο μουσικά γράμματα του ελληνικού αλφάβητου και όταν συνδυάζεται και στην εκφορά του και ακουστικά με άλλα ψηφία, δημιουργεί έναν ξεχωριστό τόνο. Το ίδιο και το λ δημιουργεί αρμονική μερικότητα και ξεχωριστό ήχο, καθώς συνδυάζεται και ο εσωτερικός παρηχητικός συνειρμός σε πολλά σημεία, όπως για παράδειγμα (μπλε)-(μπλού)ζα που έχει συγχρόνως έναν τόνο μελικό και με την πυκνή ενότητα των εικόνων, μεγαλώνει η ενέργεια των λυρικών σχημάτων. Και ένα άλλο παράδειγμα παρηχητικού συνειρμού, είναι το τρίτο δίστιχο αυτού του ποιήματος. «Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα», με το ν(ερό) – δροσ(ερό) και που όλος ο στίχος έχει έξι ρ, που δημιουργούν μιαν αυτόνομη μουσική. Αλλά όλα τα ποιήματα του Επιτάφιου είναι δουλεμένα υπομονετικά και έχουν τα γνωρίσματα της παλιάς παράδοσης με τα χαρακτηριστικά του τραγουδιού και του βηματισμού.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ