Φάκελος κειμένων



[Από την «Κυρά των Αμπελιών»]


Ι
Κυρά των Αμπελιών, που σ' είδαμε πίσω απ' το δίχτυ του πευ-
κόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αιτών και των τσο-
πάνων,
πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς ίσκιους
των κληματόφυλλων
δυο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ' αυτιά σου σκου-
λαρίκια
και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη στράτα.
 
Κυρά μελαχρινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της
Πανάγιας το κόνισμα,
πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της
νύχτας σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του
κόρφου σου.
 
Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ' έλατίσιο κάδο
και τ' οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βα-
γιώνε
κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κά-
βουρας απ' το νερό στο περιγιάλι
κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο
κουκκίδες άστρα.
 
Κυρά τρανή, τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τι σιγανό το βήμα σου κι η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι
τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας
το ξωκλήσι.
Α, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η πούλια σου κρεμάει στο μέτωπο το έφτάκλωνο κλαδάκι
της γαζίας
α, πόση λουλουδόσκονη στριμώγνεται στης μέλισσας το στο στόμα για
το μέλι
πόση σιωπή μες στην καρδιά σου για τραγούδι.
 
Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ' άτρεμο ρίγος
και σένα, τα δυο χέρια σου, δετά γύρω στο γόνα της γαλήνης,
φέγγουν
σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ' το δάσος.
[…]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ