Φάκελος κειμένων



[Από τη «Γκραγκάντα»]


[…]
Λοιπόν σ' το λέω ο κόσμος είναι πιο πλούσιος απ' τους εκμε-
ταλλευτές του
πιο πλούσιος απ' τους απελπισμένους του και μαζί τους
η μικρή γυναίκα αγόρασε ζάχαρη
ή χαρτοσακούλα είναι τρύπια˙ πίσω απ' τη μικρή γυναίκα
πέφτει ένα ποταμάκι ζάχαρη, το γλείφουν τα σκυλιά
κατέβηκε τη σκάλα του σταθμού, ανέβηκε την άλλη σκάλα˙ πίσω της
το ζαχαρένιο ποταμάκι, τα καλά σκυλιά˙ δεν άδειασε η χαρτοσακούλα˙
έτσι είδα το ανεξάντλητο˙ είπα το ανεξάντλητο˙
έσφιξα πάλι τη ζώνη μου˙ η μέση μου έγινε λεπτή˙
άκουσα τη φωνή μου μέσα μου˙ μ' άρεσε˙
άκουσα που 'τρίζε όρθια η ραχοκοκαλιά μου μες στο σώμα μου.
 
Λοιπόν — είπε ο Βαγγέλης — η ζωή δεν είναι απάτη˙
λοιπόν δεν είναι μόνο ο θάνατος˙ δώσε και πάρε τη λέξη, την
πράξη˙ ωχ — είπε
θα πάρουμε το μερτικό μας και το δίκιο μας με λόγο και πράξη˙
υπάρχει το υπάρχω˙ υπάρχει συνέχεια˙ ωχ˙
στα φαρδιά τζάμια των καταστημάτων είδα
τ' αγάλματα ολάκερη στρατιά, κατέβαιναν στη διαδήλωση
είδα μαζί και τους άλλους που δεν ήταν αγάλματα  
κρατούσαν  μεγάλα  πλακάτ  με  συνθήματα: ψωμί, ελευθερία,
έρωτας,
κρατούσαν σημαίες και μικρότερα αγάλματα˙ φαινόταν
καθρεφτισμένη πάνω στις βιτρίνες η λευκή παρέλαση
και μέσα στις βιτρίνες τα κόκκινα μαγιό, τα ψαροντούφεκα, οι
γυάλινες μάσκες, τα γαλάζια βατραχοπέδιλα
ήταν ωραία αυτή η αντιστοιχία
ήταν ωραίο που την προσέξαμε˙ γεννιόταν το νερό˙ κυλούσε˙
μεγάλωνε η ρευστότητα˙ επιταχυνόταν˙ κι άξαφνα
η πρώτη ντουφέκια η αντίστροφη, η δεύτερη, η τρίτη˙
δε στάθηκαν˙ συνέχεια, πορεία, οι νεκροί, τα παιδιά, ξεχτένιστες
γυναίκες, οι δασύτριχοι άντρες
και κάτω απ' τους μεγάλους διασκελισμούς της μόνης σημαίας
ακούστηκε ο Κώστας φωνάζοντας μέσα του
τι κόσμος θε μου, τι απέραντος ο κόσμος
κι ο ένας σήκωσε ψηλά το βιολί
κι ο δεύτερος τ' άδειο κλουβί με το φλιτζάνι, τις βέργες και τις
δυο τούφες μπαμπάκι
κι ο τρίτος σήκωσε με το 'να του χέρι απ' το 'να πόδι την καρέ-
κλα
επάνω στην καρέκλα ήταν ένα τεράστιο γάντι πυγμαχίας
κρατώντας τα ίδια τρία λουλούδια. Και τότε τρέχοντας εγώ φώναξα:
Γκραγκάντα
κι οι άλλοι κατάλαβαν αμέσως και φώναξαν: Γκραγκάντα
κι οι αντίλαλοι απ' τους λόφους απέναντι καθώς ανεβαίναμε φώναξαν:
Γκρα και γκα και νντα
και Γκρα και γκα και νντα
Γκραγκάντα.
 
Κι ήταν αλήθεια Γκραγκάντα.
                                                                            Αθήνα, Καρλόβασι, Ιούνιος-Αύγουστος 1972
 



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ