Φάκελος κειμένων



[Από το ποίημα «Η επιστροφή της Ιφιγένειας»]


[…]
Πάνε τρεις μέρες κιόλας που βρισκόμαστε στον τόπο μας. Έληξε το
ταξίδι˙
έληξε η περιπέτεια. Λοιπόν; - αυτό είταν; Αυτά είταν;
[…]
Πες μου, λοιπόν, γιατί όλ' αυτά;   — τι ήταν; τι είναι; Φόνοι, εκστρα-
τείες,
αντεκδικήσεις, βουλιαγμένα καράβια, ερειπωμένες πολιτείες
και πάνω απ' τα ερείπια μια πανύψηλη μαρμάρινη κολώνα
(πρόσεξες κείνη τη φωτογραφία στο δωμάτιο του πατέρα;), πάνω στην
κολώνα
ορθός ένας μαρμάρινος τυφλός με μια λύρα
υπογραμμίζοντας θαρρείς με την τυφλή του ορθοστασία
την απουσία κάθε νοήματος.
 
                                                Κ' εμείς, —
να μας εδώ, φτασμένοι στο Άργος, στο κόκκινο χώμα
όπου πρωτοπατήσαμε το πόδι για να ξεκινήσουμε, μη βρίσκοντας τώρα
ούτε το χνάρι του ποδιού μας ούτε το χνάρι
απ' τα βρεγμένα σαντάλια της μητέρας στο ψηλό κεφαλόσκαλο, όπως
λένε,
σαν βγήκε απ' το λουτρό. Να μας, εδώ,
νικητές τάχα (νικημένοι) έχοντας φέρει σε πέρας
ενα «μεγάλο σκοπό» που δεν τον θέσαμε εμείς στον εαυτό μας. Και,
κοίτα,
το ξόανο της θεάς που κουβαλήσαμε˙   —   κοίτα το πάνω στην καρέκλα —
ένα κούτσουρο, σκέτο, γδυτό, χοντροκομμένο. Απ' τα πρώτα μου χρό-
νια,
πολύ πιο πριν απ' την Αυλίδα, ένιωθα πάντα
πως μου 'χαν δέσει τα μάτια μ' ένα ξένο μαντίλι,
πως μ' είχαν μεταμφιέσει   —   δεν ήξερα σε τι   —   πιθανόν σε άγγελο
ή ελάφι ή πεταλούδα — δεν ήξερα- μόνον
πούνιωθα πλάι στους ώμους μου νάχουν κολλήσει (όχι κρεμάσει)
ίσως ένα πανέρι με χάρτινα, ολόλευκα λουλούδια
ή κάποιο πρόγραμμα θεάτρου, και θάπρεπε
να προχωρώ πισώπλατα για να το βλέπουν,
ή τίποτα τεράστιες χαρτονένιες φτερούγες
που κάθε τόσο ξεκολλούσαν απ' το βάρος τους, παίρνοντας
κ' ένα κομμάτι απ' το δέρμα μου˙ — τις κολλούσαν και πάλι
επάνω στις πληγές μου, — κι ούτε, βέβαια, να πετάξω
ούτε και να πλαγιάσω. Κι αν περνούσε μια αράχνη στο πόδι μου
δεν μπορούσα να σκύψω, να τη διώξω. Μόνον όρθια και μόνον με το χέρι
σαν τους τυφλούς, μπορούσα πια ν' αναγνωρίζω τον αέρα, τα πράγματα,
τους τοίχους.
[…]
Κείνο το καλοκαίρι είχα αρρωστήσει στ' αλήθεια.  Θυμάμαι, μάλιστα,
τότε,
μετά την αρρώστια, είχα γεμίσει σπυριά. Και τόξερα: μέσα μου
είχε φουντώσει το άγνωστο σα δέντρο. Ασκήμισα πολύ. Όση συμπάθεια
μούχανε δείξει στην αρρώστια μου οι δυο αδελφές μας
μετάλλαξε σε αποστροφή. Αποφεύγανε να με κοιτάξουν
σα να τους έφταιξα σε κάτι που δεν ήθελαν να ομολογήσουν,
σα νάχα εγώ προδώσει κάποιο μυστικό τους. Έτσι
απόμεινα επιτέλους μόνη, απαραίτητα μόνη
για να εξοικειωθώ με το καινούργιο μου πρόσωπο. Μ' άφηναν ήσυχη
σ' όποιο δωμάτιο κι αν βρισκόμουν.  […]
 
Θυμάμαι πως πλησίαζαν τότε οι απόκριες. Η μητέρα
σκέφτηκε να με ντύσει ελάφι. Είχε ετοιμάσει κιόλας
μια ωραία προσωπίδα μικρής ελαφίνας
ίσως για να μου κρύψει εκείνα τα σπυριά. Σαν τη φόρεσα
ένιωσα βουλιαγμένη σ' ένα σκοτεινό βυθό, απ' όπου ωστόσο
μπορούσα να βλέπω φωτεινότερα. Μύριζε
λαδομπογιά, χαρτόνι και ψαρόκολλα˙ κι ακόμη
μια μυρωδιά διατηρημένου κι αναγκαίου κενού. Με ξένισε κάπως
τις πρώτες στιγμές κάποιο άγγιγμα τραχύ στα μάγουλα μου  — σα να
μη χωρούσα. Σε λίγο
επιτελέστηκε η εφαρμογή χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Αισθανόμουν
μια μακρινή σοβαρή προστασία και κάποια ελευθερία.
 
Αυτή η καλή προσωπίδα μου αφαιρούσε σχεδόν την ευθύνη
της όποιας κίνησής μου. Δεν είμουν πια εγώ˙
είμουνα ο άλλος˙ και κάτω απ' τον άλλον, ή μέσα στον άλλον,
είμουν ακέρια εγώ, μόνον εγώ. Μπορούσα νά κάνω
πηδήματα που πριν ποτέ δε θ' αποφάσιζα. Χαιρόμουν
μια ευκινησία,  μια χάρη,  μια αυστηρή επιδεξιότητα.  Οι δικές μου οι λέ-
ξεις,
περνώντας μες απ' τη στοά του ξένου στόματος, παίρναν
μιαν άλλη τόλμη κι άλλη αντήχηση. Μιλώντας τη γλώσσα
των ελαφιών (μια και τα ελάφια δε μιλούν) ανακάλυπτα απρόσμενα και
πρόφερα
κατάπληκτες αλήθειες κ' ήχους βαθύτερους που δεν τους ήξερα, δεν
τους φανταζόμουν. Κ' είχα
μιαν αίσθηση ιδιαίτερη της λέξης «πηγή», κ' ίσως ακόμη
μια κρυφή φιλαρέσκεια που πριν θα την έβρισκα ολότελα ανάρμοστη σε
μένα.
 
Αυτή την προσωπίδα, χτες το απόγευμα, τη βρήκα
σ' ένα συρτάρι της μητέρας, τυλιγμένη με μπαμπάκι
μέσα  σε ωραίο μεταξωτό  χαρτί,  δεμένη  με γαλάζιες ταινίες. Τόπους -
τόπους
έχει ξεφτίσει η μπογιά, έχει μαδήσει το τρίχωμα. Θέλησα
για μια στιγμή να τη φορέσω πάλι˙ — δεν τόλμησα. Βλέπεις
μπήκαν στη μέση από τότε άλλα ελάφια, άλλες πράξεις, πόλεμοι, μύθοι
και θάταν δύσκολη η εφαρμογή δέρμα με δέρμα.
[…]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ