Φάκελος κειμένων



[Από το ποίημα «Όταν έρχεται ο ξένος»]


Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ-
νους καθρέφτες,
ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος — τι ζητούσε;
Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν' ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε.
Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό — δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία —
τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, — δεν είχαμε εμείς
να δώσουμε τίποτα —
ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας,
ήρθε να λυπηθεί εμάς˙ πίσω απ' τα σκονισμένα γένεια του
τρεμόφεγγαν τ' αστέρια του χαμόγελου
μ' αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση
της αρχαίας δοκιμασίας του, σα ναλέγε: «Κι αυτό θα περάσει»,
όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών
σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά
λουλούδια
τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες)
κ' οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες.
                                                                         Τι ήθελε;
[…]
Έξω απ' το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρινός τοίχος
κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο˙ τραβούσε το βλέμμα˙ τραβούσε την
ακοή˙
δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε,
έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε, — έτσι έλεγε˙ —
ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος,
κι είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,
θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας — θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ' τη βοσκή
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ' τα κου-
δούνια των προβάτων
— διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση
μπροστά ή πίσω, απ' τονα ή τ' άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.
 
Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο
μα το κέντρο μιας έκτασης μ' άπειρη περιφέρεια
πέρα απ' τα βουνά και τον ορίζοντα, πίσω απ' το χτες και το αύριο, πέρα
απ' το χρόνο, σ' όλο το χρόνο
τον πεθαμένο και τον αγέννητο, πάνω
απ' τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων που μοσκοβολούσε ταπεινότητα,
καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα,
πάνω απ' τους λύχνους που ανάβαν πριν απ' τ' άστρα,
πάνω απ' τ' άστρα πού άναβαν πριν απ' την προσοχή μας και τη γνώση
μας —
 
Ευτυχισμένα τ' άστρα, πράα, ευοίωνα,
δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου,  δίχως καθόλου  θάνατο. […]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ