Φάκελος κειμένων



[Από το ποίημα «Η Ελένη»]


[…]
Πέρασε πια ο καιρός των ανταγωνισμών˙ στερέψανε οι επιθυμίες˙
ίσως μπορούμε τώρα να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο της ματαιό-
τητας
όπου, θαρρώ, πραγματοποιούνται οι μόνες σωστές συναντήσεις […]
 
Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα˙  -
φράζαν το χώρο - δε μπορούσαμε να σαλέψουμε˙  τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτασουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκειά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις
κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ' αυτή την
ησυχία.
 
Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί, φιλοδοξίες, υπεροψίες,
θυσίες και ήττες και ήττες, κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας
είταν από άλλους αποφασισμένα, όταν λείπαμε εμείς. Και οι άνθρωποι,
αθώοι,
να χώνουν τις φουρκέτες των μαλλιών μες τα μάτια τους, να χτυπούν
το κεφάλι
στον πανύψηλο τοίχο, γνωρίζοντας βέβαια πως ο τοίχος δεν πέφτει
ούτε ραγίζει καν, να δουν τουλάχιστον μες από μια χαραμάδα
λίγο γαλάζιο ασκίαστο απ' το χρόνο και τη σκιά τους. Ωστόσο  - ποιος
ξέρει -
ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει
η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου
ανάμεσα σε σκουριασμένα σίδερα και κόκκαλα ταύρων και αλόγων,
ανάμεσα σε πανάρχαιους τρίποδες όπου καίγεται ακόμα λίγη δάφνη
κι ο καπνός ανεβαίνει ξεφτώντας στο λιόγερμα σα χρυσόμαλλο δέρας.
[…]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ