Φάκελος κειμένων



[Από τη σύνθεση «Η τελευταία π. Α. Εκατονταετία»]


Κατηφόρησαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια
δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες.
Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα
πίσω τους.
 
Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σ' άγνωστες πέτρες
πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ’ αμπέλια τους -
άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι
άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ' την ψυχή του
καθένας κ' έναν ή πιότερους νεκρούς.
 
Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα
θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια, στο χιόνι, στις κουφάλες
των δέντρων
στο αχούρι, ανάμεσα στέγη και ταβάνι, στη σκοτεινή αποθήκη
που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας μ' ένα μικρό λαδοφάναρο
υπομονή.
 
Έτριζε η κλειδωμένη πόρτα όπως τρίζουν τα δόντια απ' το κρύο.
Το χιόνι έλυωνε. Κατέβαιναν μεγάλα ποτάμια μες στη νύχτα
μαζί με κόκκαλα, πηλήκια και σκισμένες σημαίες.
 
Τα παράθυρα κλείναν τα μάτια τους. Τα τζάμια δε φέγγαν.
Σαν τους τυφλούς. Κοιτούσαν κατά μέσα.
[…]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ