Φάκελος κειμένων



[«Σούρουπο στη συνοικία», Ελεύθερα Γράμματα, 2 (12 Μαΐου 1945) 16]


Άνοιξη. Λαχανιάζει το φως γύρω και μέσα μας. Μια βαθειά ανάσα. Λιγάκι πιότερος αγέρας. Λαχταρίζει ένα φτερό πάνω μας, σκουντάει τους τοίχους. Μια πασχαλιά σκύβει πάνου απ’ τη μάντρα. Σε κυττάει καλά. Την ξέρεις. Ξέρεις τη μυρουδιά της, φυλαγμένη κατάβαθα, εκεί πλάι-πλάι με την εικόνα της μητέρας, με το χαμόγελό της το βραδινό που σάλευε στη μορφή της σαν ένα μικρό καρτερικό άστρο… Τότες που γυρνούσαμε σκονισμένοι, παιδιά, με γδαρμένα γόνατα, απ’ τις τάπιες του νησιού, πέρα στη Μονοβασιά, με την πίκρα του σύθαμπου πάνου στην ψυχή, σαν ένα στεγνό βότασαλο πάνου στην παλιά εταζέρα, σαν ένα ξεροκόμματο ψωμί πάνου στο εργατικό τραπέζι μετά το δείπνο. Η πασχαλιά, η μαβιά μυρωδιά της στη συνοικία της Αθήνας. Λες: ευχαριστώ. Ένας κόμπος στο λαρύγγι. Είναι όμορφα… Η μάντρα, τα δεντράκια, οι πέτρες εδώ. Η λάμψη του δειλινού πάνω στις καλτσοβελόνες καθώς πλέκει στο παράθυρο η κοπέλα του μπάρμπα-Στάθη. Η φωνή του εφημεριδοπώλη «τελευταίο παράρτημα….». Είναι όμορφα… Το ξέρεις, και πικραίνεσαι γιατί το ξέρεις. Προχτές ακόμη, πότε; - να, ένα δυο μέρες πριν, Νοέμβρης-Δεκέμβρης, α, ναι, δεν ήξερες: ήταν δεν ήταν όμορφα. Κι όλα βρισκόνταν μέσα του. Τα σπίτια κι οι άνθρωποι, και τα δέντρα, όλο το φως, η λευτεριά…
 Τώρα λιγόστεψε ο αγέρας, χωρίστηκαν πάλι τα πράματα, καθένα με τ' όνομά του: το σπίτι, το δέντρο, ο μπάρμπα-Στάθης, η Κατίνα, ο εφημεριδοπώλης, το δειλινό, η μνήμη, το παρόν… Ζητάς να πάρεις μια βαθειά ανάσα. Κάτι μποράει. Μα, 'κει πιο βαθειά, το σμίξιμο, η λαχτάρα μια: λευτεριά… Το δειλινό στη συνοικία της Αθήνας μας. Ένα μελαχροινό παλληκάρι στέκεται μπροστά στο μουτζουρωμένο τοίχο. Έχει τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού σφιγμένα σε γροθιές. Κυττάει τον τοίχο με τα κόκκινα σβησμένα γράμματα.
 Μια γριά περνάει δίπλα του. Κοντοστέκει. Κυττάζει σα μάνα:
 - Μας τα σβύσανε, γιέ μου, έτσι λέει. Μας τα σβήσανε.
Το μελαχρινό παλικάρι δε μιλάει. Μόνο που σφίγγει λίγο τα χείλια του. Η γριούλα παγαίνει πιο σιμά του:
 - Μη χολοσκάς, μάτια μου. Κι αν σβήσανε μαθες, τα γράμματα απ’ τους τοίχους, μη δα σβηστήκανε κι απ’ την καρδιά μας;
Χαμογελάει το παλικάρι, χαμογελάει κι η γριούλα, μπροστά στον τοίχο, εκεί, με τα σβησμένα γράμματα. Όλα σμίγουν ξανά: το δειλινό, τα σπίτια, η πασχαλιά, οι καρδιές, Ένα όνομα…
 Κι η φωνή του εφημεριδοπώλη μέσα στη συνοικία της Αθήνας, στο τριανταφυλλένιο σούρουπο. Η φωνή του: «Οι Ρώσοι στο Βερολίνο».
 
[Το πρώτο μιας σειράς μικρών αφηγημάτων που δημοσιεύει ο Ρ. Αυτή την εποχή στα Ελεύθερα Γράμματα.]



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ