Φάκελος κειμένων



[Από τις «Επαναλήψεις. Σειρά δεύτερη»]


ΚΑΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ
Έτσι που ξέπεσαν οι ανθρώποι, οι ιδέες, οι λέξεις, μήτε πια που νοιαζό-
        μαστε
για παλιές ή για πρόσφατες δόξες, για βιογραφίες του Αριστείδη˙ κι αν
        κανένας
κάνει καμιά φορά να θυμηθεί τους Τριακόσιους ή τους Διακόσιους, μεμιάς
        οι άλλοι
τον σταματούν με περιφρόνηση, ή σκεπτικισμό τουλάχιστον. Μα κάποιες
        ώρες σαν και τούτες,
που ξανοίγει ο καιρός, – μια Κυριακή, σε μια καρέκλα, κάτω απ’ τους
        ευκαλύπτους,
μέσα σε τούτο το αδυσώπητο φως, – μια μυστική νοσταλγία μας κυ-
        ριεύει
για τις παλιές λαμπρότητες – κι ας τις λέμε φτηνές. Σαν ξεκινούσε η
        πομπή με τα χαράματα –
ο σαλπιγκτής μπροστά και πίσω τ’ άρματα κατάφορτα κλώνους μυρτιάς
        και στεφάνια,
υστέρα ο μαύρος ταύρος, παραπίσω οι έφηβοι με υδρίες κρασί και γάλα
για τις σπονδές των νεκρών, κι ωραίες φιάλες με αρώματα και λάδι –
Μα πιότερο θαμβωτικό, στο τέλος τέλος της πομπής, ντυμένος ολοπόρ-
        φυρα,
ο άρχοντας των Πλαταιών, που ολοχρονίς δεν του επιτρέπονταν
ν’ αγγίξει σίδερο και να φορέσει άλλο από άσπρα, τώρα, στα ολοπόρφυρα
και με μακρύ σπαθί στη μέση, να διασχίζει μεγαλόπρεπα την πολιτεία
κρατώντας μιαν υδρία απ’ τα δημόσια σκεύη, ως τους τάφους των
        ηρώων.
        Κι όταν,
μετά το πλύσιμο των επιτάφιων στύλων και τις πλούσιες θυσίες, εσή-
        κωνε
το κύπελλο με το κρασί και χύνοντάς το στους τάφους, απάγγελνε:
«Παρουσιάζω το κύπελλο τούτο στους γενναιότατους άντρες, που πέσανε
Για την ελευθερία των Ελλήνων», – ρίγος μέγα διαπερνούσε τους γύρω
        δαφνώνες˙
ρίγος που ακόμη ως τώρα διαπερνά τα φύλλα ετούτων των ευκάλυπτων
κι αυτά τα μπαλωμένα ρούχα, τα πολύχρωμα, τ’ απλωμένα στο σκοινί
        της μπουγάδας.
 
 
ΣΕΠΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΑΦΝΗΦΟΡΙΑ
Είπαμε: φέτος πια θα μείνουμε δω πέρα. Αρκετά. Τι ηλίθιες εξορμήσεις.
Μόνη σοφία του ανθρώπου: η μοναξιά. Λοιπόν, τι να τρέχουμε τώρα,
νυχτιάτικα, με δάδες, σκουντουφλώντας στις πέτρες, δίχως καν να ξέ-
         ρουμε
το νόημα τέτοιων άσκοπων συμβολισμών – το στήσιμο της ξύλινης
         καλύβας,
η μυστική πομπή μ’ ένα παιδί επικεφαλής, το βέλος που καρφώνεται
         στην πόρτα,
μετά η πυρπόληση του καλυβιού, κι ο κόσμος να τρέχει προς τα Τέμπη
χωρίς να στρέψουν ούτε μια φορά πίσω τους το κεφάλι. Και, μετά τις
         θυσίες,
να γυρνάμε ξανά φορτωμένοι δαφνοκλαδα. Τα ίδια και τα ίδια
κάθε εννιά χρόνια (ίσως για να ξεχάσουμε στο μεταξύ˙ — κι αλήθεια πού
      ξεχνάμε). Ε, όχι˙
ετούτη τη φορά δεν το κουνάμε βήμα, – έτσι είπαμε. Μά όταν ακού-
      στηκε
απόμακρα το νύχτιο τύμπανο και πέρασαν οι πυρσοφόροι αθόρυβα μπρο-
      στά στο σπίτι,
δεν αντέξαμε πάλι, πεταχτήκαμε στο δρόμο, στριμωχτήκαμε ανάμεσα
      στο πλήθος,
πήραμε μέρος στη φωτιά, στη φυγή, στις θυσίες, κι επιστρέψαμε
απ’ την Πυθιάδα οδό προς τους Δελφούς, περασμένα μεσάνυχτα, κρατώ-
      ντας
δάφνες και δάφνες, μ’ όλο που δεν είχαμε (από χρόνια πια) να στεφανώ-
      σουμε κανένα –
κι ήταν μια θλίψη, και μαζί περηφάνια, που δεν το ’ξερε κανείς, και που
      όλοι
μας λογιάζαν δικούς τους. – Κάπνιζε ακόμα η καλύβα στον όρθρο. Γυρί-
      ζοντας σπίτι,
κοιτούσαμε τον ουρανό, καθάριο, γαλατένιο, γαλανό, τριανταφυλλή˙ κοι-
      τούσαμε στο χώμα
τις πατημένες χάρτινες σημαιούλες, κάποιο παιδικό σαντάλι, ένα μαντί-
      λι με σπέρμα˙
κοιτούσαμε γαλήνια, εκστατικά, με κάποια αόριστη ευγένεια και ναυ-
      τία,
με την ευτυχισμένη κούραση και με το θάμπωμα της μεγάλης αγρύ-
      πνιας,
σαν ξεβαμμένοι ηθοποιοί, στο τέλος μιας ωραίας παράστασης, πού φεύ-
      γουν διατηρώντας
στη νυσταγμένη τους ακοή το μάταιο βουητό των χειροκροτημάτων και
      μια κάποια
ενόχληση, όπως απομένει λίγη κόλλα στο πιγούνι τους από τη μεγαλό-
      πρεπη γενειάδα
του Οιδίποδα ή του Προμηθέα, που ’χαν φορέσει και πάλι αυτή τη νύ-
      χτα.
                                                                                           Λέρος, 23.Χ.68



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ