Φάκελος κειμένων



[Από τις «Μαρτυρίες. Σειρά πρώτη»]


ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ
Όλη τη νύχτα κάλπαζε μονάχος, αγριεμένος, σπιρουνίζοντας αλύπητα
τα πλευρά του αλόγου του. Τον περίμεναν, λέει, το δίχως άλλο,
είταν μεγάλη ανάγκη. Σαν έφτασε με τα χαράματα,
κανείς δεν τον περίμενε, κανείς δεν είταν. Κοίταξε ολόγυρα.
Έρημα σπίτια, κλειδωμένα. Κοιμόνταν.
Άκουσε πλάι του τ’ άλογό του που λαχάνιαζε –
αφροί στο στόμα του, πληγές στα πλευρά του, γδαρμένη κι η ράχη του.
Αγκάλιασε το λαιμό του αλόγου του κι άρχισε να κλαίει.
Τα μάτια του αλόγου, μεγάλα, σκοτεινά, ετοιμοθάνατα,
είταν δυο πύργοι δικοί του, μακρινοί, σ’ ένα τοπίο που έβρεχε.
 
 
ΜΙΑ ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Σαν είτανε μικρή, της τρύπησαν τ’ αυτιά, για να φο-
              ράει, λέει, σκουλαρίκια.
Μεγάλωσε, παντρεύτηκε, ανάθρεψε παιδιά˙ σκουλαρί-
              κια δε φόρεσε. Ένα δείλι,
είπε ο μεγάλος γιος της: «Εγώ, μάνα, θα φύγω,
και θα σου φέρω μια μέρα – να δεις – σκουλαρίκια
χοντρά,  μαλαματένια και μακριά, ν’ ακουμπάνε στους
               ώμους σου». Εκείνη
χαμογέλασε απόμακρα. «Φτάνει να μου γυρίσεις, γιε
               μου», του είπε.
 
Πέρασαν χρόνια˙ ο γιος παντρεύτηκε˙ μεγάλωσε παι-
               διά˙ σκουλαρίκια δεν έφερε.
Η μάνα παραγέρασε, καμπούριασε˙ οι ώμοι της
ακούμπησαν στ' αυτιά της. Είπε να του στείλει μέτρα
να μην είναι πια τόσο μακριά τα σκουλαρίκια. Ώσπου
               μια μέρα
σκίστηκαν άξαφνα ως κάτου οι τρύπες στ’ αυτιά της.
Τότε κατάλαβε πώς ο γιος της είχε πεθάνει.



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ