Φάκελος κειμένων



[Απόσπασμα από τη σύνθεση «Το εμβατήριο του ωκεανού»]


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ λιμάνι
Φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα φωτισμένα στην σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στην νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν την συγνώμη που έφτασεν αργά.
 
Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
[…]
 
ΕΙΧΑΜΕ τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Άπ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια
 
Εσύ δεν είχες έρθει ακόμη.
Κοιτούσα την δύση και σ’ έβλεπα
 – μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
 – ένα μειδίαμα σκιάς βαθειά στη θάλασσα.
 
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω από τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά με ένα στρώμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.
 
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στην γαλανή καμπύλη των βουνών.
[…]
 
ΜΑΣ ΠΗΡΑΝ το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.
 
Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ’ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ’ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ’ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.
 
Μητέρα, μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
πουναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
πουναι το χέρι σου
ν’ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
 
Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.
 
Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.
 
Πίσω απ’ τους τοίχους μας παραμονεύουν.
Απ’ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.
 
Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
 
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκκαλα
για ν’ ανέβουν.
 
Κύριε, Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.
 
Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Που θ’ απαγκιάσουμε;
Που θα κοιμηθούμε;
[…]
 
ΜΑΤΙΑ χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.
 
Η σιγή να φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
 – η λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.
 
Κύριε τ’ ουρανού της γης και της θάλασσας
ώς πότε θ’ αγρυπνούμε
ώς πότε θα διψάμε
ώς πότε δεν θα πεθαίνουμε ;



ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ